Ο Κώστας Παπανικολάου είναι το κεντρικό πρόσωπο, ο πρωταγωνιστής του 4ου τεύχους του επίσημου περιοδικού του Ολυμπιακού. Ο Έλληνας φόργουορντ, λοιπόν, σε μία συγκλονιστική αυτοβιογραφική συνέντευξη, μίλησε, μεταξύ άλλων, για τα παιδικά του χρόνια, το ξεκίνημα της καριέρας του, το έπος σε Κωνσταντινούπολη και Λονδίνο, αλλά και την επιστροφή του στον Πειραιά για λογαριασμό του Θρύλου, της οικογένειάς του, όπως τον χαρακτήρισε.
Αναλυτικά η κατάθεση ψυχής του «Παπ» στο «We Are Olympiacos»:
«Γεννήθηκα στα Τρίκαλα, όμως, κάποια στιγμή ο πατέρας μου, που ήταν τροχονόμος, πήρε μετάθεση και μετακομίσαμε οικογενειακώς στα Γρεβενά. Εκεί μεγάλωσα και είναι μια πόλη που πραγματικά νιώθω σπίτι μου. Έζησα δεκαπέντε χρόνια εκεί, δεν είναι και λίγο! Εκεί γνώρισα και τον καλύτερό μου φίλο, τον Γιώργο. Παρά την απόσταση, καθώς μένει πλέον στη Θεσσαλονίκη, παραμένουμε κολλητοί! Μιλάμε κάθε μέρα στο τηλέφωνο και με κάθε ευκαιρία βρισκόμαστε. Είμαι πάρα πολύ τυχερός που έχω έναν τέτοιο άνθρωπο για φίλο!».

Ο Παπανικολάου είναι ένα από τα μεγάλα... πειραχτήρια των «ερυθρολεύκων». Όμως, δεν ήταν έτσι από παιδί… «Ήσυχο δε θα με έλεγα, όμως, δεν πείραζα κόσμο. Ήμουν λίγο φοβιτσιάρης όσον αφορούσε τους τρίτους, αλλά για την οικογένειά μου ήμουν ‘μπελάς’. Θυμάμαι μου έλεγε η μητέρα μου πως δεν κοιμόμουν με τίποτα και έκλαιγα όλη την ώρα. Το μεγάλο πρόβλημα, όμως, ήταν άλλο… Με τον αδελφό μου, Νίκο, με τον οποίο έχω έναν χρόνο διαφορά, γινόταν χαμός! Είχαμε δημιουργήσει πολλά προβλήματα στους γονείς μας με τη συμπεριφορά μας. Πάντα όταν ήμασταν μαζί κάτι θα κάναμε… Κάποια ζαβολιά, κάποια ζημιά, έπεφτε και λίγο ξύλο μεταξύ μας!».
Και συνέχισε: «Γενικά οι αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια είναι πάρα πολύ ευχάριστες. Δόξα τω Θεό είχαμε πολύ όμορφες στιγμές, παρότι ήταν δύσκολα χρόνια από οικονομικής άποψης. Εμείς βέβαια τότε δεν το καταλαβαίναμε, αλλά όσο μεγαλώναμε το αισθανόμασταν. Άλλωστε οι γονείς μας δεν μας έκρυψαν ποτέ τίποτα. Δε ζούσαμε στο συννεφάκι μας. Ήμασταν μια οικογένεια που ξέραμε όλοι τι συμβαίνει και ποια ήταν η κατάσταση. Κι αυτό θεωρώ πως μας βοήθησε να καταλάβουμε πολλά πράγματα και να δεθούμε τόσο πολύ. Ακόμη και τώρα ο ένας για τον άλλο θα… πεθάνει. Με τον αδελφό μου δεν υπάρχει περίπτωση να περάσει μέρα και να μιλήσουμε. Κάνουμε σχεδόν τα πάντα μαζί. Το αστείο είναι πως με το Νίκο μεγαλώνοντας, δεν κάναμε παρέα. Ήταν πάντα ο μεγάλος που μου έλεγε: ‘είσαι μικρός κάνε παρέα με τους δικούς σου φίλους’. Υπήρχε βέβαια ανταγωνισμός και ζήλια ανάμεσά μας. Έπεφτε ξύλο και δυστυχώς τις έτρωγα. Αλλά περνώντας τα χρόνια και ειδικά από το 2012 και μετά ήρθαμε πάρα πολύ κοντά. Από το καλοκαίρι εκείνου του χρόνου είμαστε πάντα μαζί…
ΜΠΑΣΚΕΤ… ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΕΑ!
Ο αθλητισμός ήταν ανέκαθεν στη ζωή του, όχι, όμως, και το μπάσκετ με το οποίο στην πραγματικότητα ασχολήθηκε για την παρέα! «Πάντα παίζαμε στις μπασκέτες της γειτονιάς, όπως παίζαμε και ποδόσφαιρο και βόλεϊ, με το οποίο ασχολήθηκα πιο εντατικά κι εγώ και ο αδελφός μου. Υπήρχαν άτομα που μου έλεγαν, κυρίως λόγω ύψους, να ασχοληθώ με το μπάσκετ, όμως, δεν υπήρχε κάποια ακαδημία στα Γρεβενά. Γύρω στα 13-14 μου, ο Πρωτέας Γρεβενών άρχισε να χτίζει ένα παιδικό τμήμα που θα κατέβαινε σε αγώνες και όλοι οι φίλοι μου πήγαν. Οπότε επειδή ήθελα να είμαι με τους φίλους μου, πήγα κι εγώ! Βέβαια, μου άρεσε έτσι και αλλιώς το άθλημα. Μεσολάβησε ένα διάστημα που πήγαινα ταυτόχρονα σε προπονήσεις μπάσκετ, βόλεϊ, αλλά και στίβο, όμως, κάποια στιγμή έπρεπε να κάνω την επιλογή μου».
Επέλεξε, λοιπόν, την πορτοκαλί μπάλα και δε λάθεψε… Βέβαια, για να φτάσει ως εδώ, υπήρξαν άνθρωποι που πίστεψαν πριν απ’ εκείνον, σε εκείνον… «Ήμουν τυχερός γιατί είχα ανθρώπους που νοιάστηκαν γι’ εμένα και στον Πρωτέα Γρεβενών και στην Ένωση Δυτικής Μακεδονίας, όπου πρόεδρος τότε ήταν ο συγχωρεμένος, Νίκος Ακουμιανάκης. Με βοήθησαν ώστε να με δουν περισσότερα μάτια. Όπου είχε καμπ ή τουρνουά για παιδάκια ο κ. Ακουμιανάκης φρόντιζε πάντα να με στείλει ή να με ενημερώσει να πάω. Επίσης, πολλές φορές ο ίδιος μιλούσε σε ανθρώπους του χώρου γι’ εμένα. Και στα Γρεβενά, όμως, με βοήθησαν όλοι. Οφείλω να αναγνωρίσω στον Πρωτέα πως ποτέ δε στάθηκε εμπόδιο, όπως κάνουν άλλες επαρχιακές ομάδες που όταν θεωρούν πως έχουν ένα ταλέντο προσπαθούν να έχουν κάποιο όφελος. Το αντίθετο, οι άνθρωποι εκεί με ‘έσπρωχναν’ να φύγω».
«ΔΕΝ ΣΤΑΘΗΚΑΝ ΕΜΠΟΔΙΟ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΑΣ»
Η οικογένειά του δεν τον άφησε μόνο του, ούτε όταν έφυγε για τη Θεσσαλονίκη. «Ο πατέρας μου βγήκε νωρίτερα στην σύνταξη και έχασε κάποια λεφτά, μόνο και μόνο για να μετακομίσουμε όλοι μαζί και να μην είμαι μόνος μου. Ήταν μεγάλη απόφαση. Υπήρξε η πρόταση από τον Άρη και εδώ θέλω να πω για άλλη μία έξυπνη απόφαση των γονιών μου. Ο Άρης μας ρώτησε αν θέλουμε ένα ποσό ή κάτι άλλο. Τότε οι γονείς μου, παρότι δεν ήμασταν καλά οικονομικά, δεν ζήτησαν όπως θα ήταν ίσως το πιο εύκολο λεφτά, αλλά ένα σπίτι να μένει η οικογένεια και να πληρώνετε το ενοίκιο κι ένα κολέγιο για μένα. Οι γονείς μου δεν ήθελαν ποτέ να στερήσουν κάτι απ’ εμένα και τον αδελφό μου, δεν ήθελαν να σταθούν εμπόδιο στα όνειρά μας».
Ο κύριος Θανάσης ήταν πάντα εκεί, πλην τις ώρες των προπονήσεων. «Δεν ήταν παρεμβατικός. Ποτέ δεν ερχόταν στις προπονήσεις. Πηγαίνοντας στην Θεσσαλονίκη και τον Άρη θυμάμαι πως υπήρχε η συνήθεια να βλέπουν οι γονείς τις προπονήσεις. Ο δικός μου δεν έμπαινε μέσα, πάντα καθόταν στο κυλικείο. Επίσης, ποτέ δε μου είπε μετά τον αγώνα ‘γιατί το έκανες αυτό;’ ή ‘αυτό μπορούσες να το κάνεις καλύτερα…’. Ήταν πάρα πολύ σωστοί οι γονείς μου σ’ αυτό το κομμάτι. Όσον αφορά τη μαμά μου, άρχισε να βλέπει παιχνίδια μου, όταν πήγαμε Θεσσαλονίκη. Στα Γρεβενά λόγω δουλειάς δεν προλάβαινε να έρθει. Όμως, ήμασταν και είμαστε πολύ κοντά σ’ άλλα θέματα. Στο να μιλάμε… Κι εγώ και ο Νίκος μιλάμε πάρα πολύ μαζί της. Τη νιώθουμε πολύ κοντά μας. Έχουμε και μικρή διαφορά ηλικίας, 20 χρόνια. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο … κόλπο που έχουν καταφέρει οι δικοί μου. Έχουν καταφέρει να τους νιώθουμε σα φίλους. Δεν υπήρχε αυταρχικότητα. Μπορώ πολύ άνετα να κάτσω μαζί τους ένα βράδυ στο μπαλκόνι να πιούμε μπύρες και να τα πούμε».
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟ… ΚΛΙΚ
Το νέο περιβάλλον λίγο έλειψε να τον αποπροσανατολίσει από το στόχο του. «Στην αρχή ήμουν πολύ ψαρωμένος. Είχα φύγει από τα Γρεβενά που ο ένας ήξερε τον άλλον και είχα πάει σε μια τόσο μεγάλη πόλη, όπως είναι η Θεσσαλονίκη! Είχα εντυπωσιαστεί. Ξεκίνησα τις προπονήσεις, έκανα νέους φίλους τόσο από την ομάδα, όσο κι από το νέο μου σχολείο… Όμως, στην αρχή με είχε απορροφήσει τόσο πολύ η ιδέα της νέας πόλης και της νέας μου ζωής, που δεν καταλάβαινα ότι δεν ήμουν σωστός σε αυτά που έπρεπε να κάνω. Μέχρι που κάποια στιγμή πήραμε τα Χριστούγεννα μέρος σ’ ένα τουρνουά και έτυχε να δω σε βίντεο ένα παιχνίδι. Ήταν η πρώτη φορά που μ’ έβλεπα να παίζω κι ένιωσα πάρα πολύ άσχημα με τον εαυτό μου. Αναρωτιόμουν… Έτσι παίζω; Ήμουν τραγικός. Εκεί έγινε το πρώτο κλικ στο μυαλό μου να κάτσω να δουλέψω παραπάνω και να το δω πιο σοβαρά».
Η αναγνωσιμότητα γι’ εκείνον ήρθε πριν καν βρεθεί στην ανδρική ομάδα του Άρη, μέσα από τις «μικρές» Εθνικές ομάδες. «Στην Παίδων είχα κοπεί από την 12άδα. Όμως, την επόμενη χρονιά πήρα κλήση για την Εφήβων. Πήγα τότε το 2007 στην Ισπανία όπου πήραμε το ασημένιο μετάλλιο. Επιστρέφοντας έπαιξα άλλη μία χρονιά στο Εφηβικό του Άρη, όμως, μέσα στην χρονιά άρχισα να πηγαίνω ως βοηθητικός σε κάποιες προπονήσεις του ανδρικού. Με την Εφηβική ομάδα πήραμε το Πανελλήνιο. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς πήγα στο Ευρωπαϊκό του 2008 με την U18 και πήραμε το χρυσό. Τότε ήταν που έλαβα την πρώτη μου κλήση να δώσω το ‘παρών’ σε προετοιμασία του ανδρικού του Άρη. Μάλιστα, μέσα στη σεζόν έπαιξα και κάποια λεπτά».
Ήδη γινόταν αρκετός λόγος γύρω από το όνομά του, κάτι που, πάντως, δεν τον «φόρτωσε» με εξτρά πίεση. «Είναι αλήθεια πως ασχολήθηκε πάρα πολύς κόσμος μαζί μας και δεν το είχαμε καταλάβει μέχρι που τελείωσε το τουρνουά. Αναφέρομαι σε εκείνο του 2008. Το καταλάβαμε μετά. Όταν γυρίσαμε στις ομάδες μας και όταν βγαίναμε στον δρόμο. Εμένα προσωπικά δε μου έβαλε πίεση ή άγχος όλο αυτό. Δε θεώρησα πως πρέπει να αποδείξω κάτι. Όταν ξεκίνησα με το ανδρικό του Άρη είχα συμπαίκτες τους Τσαλδάρη και Μπάρλο, που πλέον είναι προπονητές στις ακαδημίες του Ολυμπιακού. Είχα τους Ηλιάδη, Παντελιάδη, Αργυρόπουλο, Αγαδάκο και άλλους. Τους έβλεπα την προηγούμενη χρονιά από την κερκίδα ως ο μικρός, οπότε και μόνο που έκανα προπόνηση μαζί τους ένιωθα ένα δέος. Δε σκεφτόμουν “εγώ πήρα μετάλλιο…” Πίστευα και ήξερα πως έχουν κάνει τόσα περισσότερα απ’ εμένα, που τι να τους πω εγώ… Ένιωθα σεβασμό».
Στις 11 Οκτωβρίου του 2008 έκανε το ντεμπούτο του στην Α1 στην αναμέτρηση Άρης - Πανελλήνιος. Πάτησε παρκέ 11’’. Στο δικό του μυαλό, ωστόσο, είναι χαραγμένη μια άλλη ημερομηνία… H 8η Νοεμβρίου του 2008… «Το ματς που μου έχει μείνει από τα πρώτα μου, ήταν ένα κόντρα στην Ολύμπια Λάρισας, όχι μόνο επειδή είχα παίξει αρκετά, αλλά κι επειδή ο κ. Ματσόν με είχε ξεκινήσει βασικό λόγω των πολλών απουσιών». Για την ιστορία να αναφέρουμε πως σε εκείνο το παιχνίδι σε 25 λεπτά δεν είχε σκοράρει (είχε 0/2 τρίποντα), όμως, είχε κάνει 3 κλεψίματα και είχε δώσει μία ασίστ.
ΤΟ ΠΙΟ… ΤΡΕΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ!
Εκείνη τη σεζόν ψηφίστηκε ως ο κορυφαίος παίκτης κάτω των 22 ετών του ελληνικού πρωταθλήματος και όσα ακολούθησαν ξεπέρασαν ακόμη και τα πιο τρελά του όνειρα! «Το καλοκαίρι του 2009 κατακτήσαμε το ασημένιο μετάλλιο με την U19. Ήταν μια πάρα πολύ μεγάλη επιτυχία. Θεωρώ πολύ σημαντικό να έχεις παίξει και να έχεις διακριθεί σ’ ένα παγκόσμιο. Μετά από πέντε μέρες γυρίσαμε στην Ελλάδα και πήγαμε στο Ευρωπαϊκό Νέων στη Ρόδο. Ήμασταν επτά 90άρηδες και πέντε 89άρηδες σ’ εκείνη την ομάδα. Πήραμε το χρυσό, επίσης μια μεγάλη επιτυχία για την Ελλάδα και μετά απ’ αυτό ήρθε η πρώτη μου προετοιμασία στην Ανδρών! Ε, εκεί μου κόπηκαν τα πόδια. Δε μου έκαναν ιδιαίτερα καψώνια τα παιδιά, ίσως επειδή ήμουν πολύ μικρός. Υπήρχαν πειράγματα, αλλά καψώνια όχι. Μάλιστα, θυμάμαι πως ο Γιάννης (Μπουρούσης) ήταν ο πρώτος που με πήρε κοντά του. Εγώ είχα έρθει από την Θεσσαλονίκη και δεν ήξερα κανέναν! Έβλεπα μπροστά μου Σπανούλη, Ζήση, Βασιλόπουλό, Πρίντεζη, Σχορτσανίτη… έτρεμαν τα πόδια μου. Δεν είχα καταφέρει να μπω στην 12άδα, όμως, δε στενοχωρήθηκα γιατί ήταν πάρα πολύ μεγάλη επιτυχία το να βρίσκομαι εκεί. Η αλήθεια είναι πως δεν είχα πιστέψει ποτέ πως θα μπω στην 12άδα. Χάρηκα που πήγα, προσπάθησα, αλλά ήξερα πως θα έπρεπε να είμαι πολύ τυχερός για μείνει κάποιος άλλος έξω και να μπω εγώ».
ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΡΙΕΡΑΣ
Η… τρέλα, όμως, εκείνου του καλοκαιριού δεν είχε τελειώσει, καθώς στη συνέχεια αποτέλεσε το μήλο της Έριδος για τους «αιώνιους». «Εκείνη τη χρονιά ήρθα στον Ολυμπιακό. Η αλήθεια είναι πως αρχικά ήμουν μπερδεμένος, γιατί δεν ήξερα ποια είναι η σωστή επιλογή. Δεν είχα βρεθεί ξανά πριν σε τέτοιο δίλημμά. Τότε τα πράγματα άρχισαν να γίνονται σοβαρά. Ένιωσα πως έπρεπε να πάρω μια σωστή απόφαση γιατί από ‘δω και πέρα μπορεί να ξεκινούσα μια καριέρα. Το να διαλέξω τον Άρη από την Ολύμπια δε σήμαινε και κάτι, γιατί ίσως έπαιζα στο εφηβικό και τέλος. Όταν, όμως, έφτασα στα 19-20 έπρεπε να πάρω μια απόφαση που θα είχε τεράστια σημασία για το μέλλον μου. Οπότε όλο αυτό με είχε αγχώσει πολύ. Διάλεξα τον Ολυμπιακό γιατί πίστευα ότι μου ταιριάζει περισσότερο. Κι αυτό το πίστευα γιατί ένα άλλο παιδί που θαύμαζα μεγαλώνοντας , ο Παναγιώτης Βασιλόπουλος, την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει τρομερούς τελικούς με τον Διαμαντίδη, τον μάρκαρε σε όλο το γήπεδο, είχε παίξει γενικά τρομερά. Ήταν σε αρκετά νεαρή ηλικία τότε και ένιωθα μια σύνδεση. Έβλεπα πως ο Ολυμπιακός βοηθά πολύ τα νέα παιδιά. Είχε πάρει τον Σλούκα, τον Γιαννόπουλο τις προηγούμενες χρονιές και αυτό μου έλεγε πολλά».
ΔΕΝ ΤΟΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ Η ΚΛΗΣΗ!
Στο Λιμάνι κατηφόρισε χωρίς τη φαμίλια. «Ταυτόχρονα με το να έρθω στον Ολυμπιακό, πήρα μια ακόμη μεγάλη απόφαση. Μίλησα στους γονείς μου και τους είπα πως τους ευχαριστώ για όλα, αλλά είχε έρθει η ώρα να μάθω λίγο να προσέχω τον εαυτό μου! Να ζω μόνος μου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν θα ερχόντουσαν συχνά». Ίσως, όμως, η διαδρομή για το Καρπενήσι να ήταν πιο εύκολη αν στο τιμόνι βρισκόταν αντί του σημερινού τιμ μάνατζερ του Ολυμπιακού, Χρήστου Μπαφέ, ο κύριος Θανάσης! «Θυμάμαι πως είχε ξεκινήσει η προετοιμασία και εγώ συνάντησα τον Μπαφέ κάπου στη Θησέως για πάμε μαζί στο Καρπενήσι. Στη μεγαλύτερη διάρκεια της διαδρομής κοιμόμουν, όμως, κάποια στιγμή που ξύπνησα κατάλαβα πως έκανε στην άκρη. Μας είχε σταματήσει η τροχαία. Πρέπει να το είχε πατήσει λίγο παραπάνω… Προσπάθησε σκληρά να αποφύγει την κλήση… ‘να έχω εδώ το παιδί, το πάω στην ομάδα’ τους έλεγε, αλλά δεν τους συγκίνησε. Τη φάγαμε την κλήση!».
Πιο αμήχανη στιγμή και από την κλήση, όμως, ήταν το αντάμωμά του με τα μέλη της νέας του ομάδας. «Πάμε στο Καρπενήσι και την ώρα που φτάνουμε η ομάδα ήταν στην τραπεζαρία και έτρωγε. Μπήκα εγώ ψαρωμένος φουλ, κάθισα κάτω, έφαγα και δεν είπα κουβέντα. Τότε δεν ήξερα κανέναν, μόνο τον Σλούκα. Πήγα έκατσα δίπλα του και δε μιλούσα, δε λαλούσα. Μετά αρχίσαμε τις προπονήσεις, γνώρισα σιγά, σιγά τα παιδιά. Πιο κοντά ακόμα περισσότερο ήρθα με τον Σλούκα, αν και εκτιμούσα όλα τα παιδιά. Για παράδειγμα, ήταν στην ομάδα ο Τσίλντρες ένας παίκτης που παίζαμε στην ίδια θέση και τον έβλεπα να δουλεύει πάρα, πάρα, πάρα πολύ και τον θαύμαζα για τον επιπλέον λόγο του ότι είχε παίξει στο ΝΒΑ».
Η πρώτη χρονιά του δεν ήταν απλά διδακτική. Ήταν συναρπαστική… «Τότε μπορεί να μην ήμουν στην 12άδα. αλλά ήμουν πάρα πολύ τυχερός! Είχαμε πάει στις ΗΠΑ για φιλικά. Τότε είχα δει για πρώτη φορά τον ΛεΜπρόν Τζέιμς από κοντά. Είχα πάθει σοκ. Με είχε ξεκινήσει ο κ.Γιαννάκης πάνω του. Ευτυχώς επειδή ήταν preseason ήταν σβηστός, δεν πρέπει να ίδρωσε και πολύ. Εκείνη την χρονιά ήμουν ουσιαστικά ο 13ος παίκτης, αλλά ταξίδευα παντού με την ομάδα. Σε κάποιους ίσως να μην αρέσει αυτό, αλλά εμένα μου άρεσε γιατί έβλεπα πόλεις, ήμουν με την ομάδα και σκεφτόμουν πως ίσως σ’ αυτό το ματς να μπω… Αν και ποτέ δεν έμπαινα! Ήταν, όμως, μια όμορφη χρονιά. Είχαμε πάρει μετά από πολλά χρόνια το Κύπελλο Ελλάδος, είχαμε φτάσει στον τελικό της Eurleague!».
«ΔEN ΞΕΡΩ KANENAN ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ…»
Ο ίδιος, ωστόσο, απέκτησε ρόλο στην ομάδα και μάλιστα ουσιαστικό με την έλευση του Ντούσαν Ίβκοβιτς, του προπονητή που του είχε πει πως: «αν σε ξαναδώ να τραβάς τα μαλλιά σου μετά απ’ ένα άστοχο σουτ θα σε σκοτώσω!». «Ακόμα έτσι είμαι», παραδέχθηκε και συνέχισε αναφερόμενος στο εξτρά άγχος που του δημιουργούσε η παρουσία του κόουτς… «Άγχος είχα και με τον κόουτς Γιαννάκη, γιατί ένιωθα δέος για όσα είχε πετύχει ως παίκτης και ως προπονητής. Το ίδιο ίσχυε και για τον κόουτς Ίβκοβιτς, ο οποίος ήταν ήδη πολύ σπουδαίος προπονητής. Με εκείνον ξεκινούσα βασικός και έπαιζα. Μέχρι την προηγούμενη χρονιά σκεφτόμουν να πάρω ότι μπορώ. Ήταν πολύ παράξενη η μετάβαση. Το διάστημα που ο κύριος Ίβκοβιτς υπέγραψε στον Ολυμπιακό, εγώ ήμουν στην Εθνική και κάποιος τον ρώτησε για εμένα. ‘Δεν ξέρω κανέναν Παπανικολάου. Θα δούμε. Δεν τον έχω δει’, είχε απαντήσει. Σίγουρα ήταν πολύ φυσιολογική η απάντησή του, απλά εμένα με άγχωσε λίγο όλο αυτό. Στην προετοιμασία προσπαθούσα να είμαι πάρα πολύ συγκεντρωμένος και προσπαθούσα να τα κάνω όλα σωστά, όμως, δεν περίμενα πως θα βρεθώ τόσο γρήγορα να παίζω και να ξεκινάω βασικός. Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν το είχα φανταστεί. Με βοήθησε πάρα πολύ ο κόουτς σ’ αυτό το κομμάτι, του να περάσω δηλαδή στο επόμενο επίπεδο. Μπορώ να πω πως ήταν ένας από τους ανθρώπους που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να βρίσκομαι εδώ που είμαι σήμερα».
ΤΟ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ…
Η σεζόν 2010-11 δεν κρίθηκε επιτυχημένη. Εκείνη, όμως, που ακολούθησε ήταν ιστορική! «Το 2012 ήταν μια χρονιά παραμύθι. Εκείνο το καλοκαίρι έγινε μια πολύ μεγάλη αλλαγή. Έφυγαν πολλά παιδιά με μεγάλο όνομα και πολλά χρόνια στην ομάδα και η ομάδα επέλεξε να πορευτεί με νέους παίκτες, τους Βασίλη (Σπανούλη) και Γιώργο (Πρίντεζη) ως βασικούς πυλώνες και κάποιους ξένους παίκτες. Όλο αυτό σχημάτισε ένα κράμα που λειτούργησε εξαιρετικά. Αλήθεια, ήταν ένα παραμύθι εκείνη η χρονιά, από το πως ξεκίνησε και κυρίως για το πως τελείωσε…».
Μετά το πρώτο του 1997, ο Ολυμπιακός κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, κατάφερε στον τελικό με αντίπαλο την ΤΣΣΚΑ να επιστρέψει από το -19 και να στεφθεί ξανά πρωταθλητής Ευρώπης! Μεγάλος πρωταγωνιστής εκείνης της ανατροπής ήταν και ο Κώστας Παπανικολάου. «Στο -19 ήμουν στον πάγκο. Πήραμε το τάιμ άουτ και εκεί έγινα αλλαγή. Εκείνη η ομάδα είχε κάτι το ιδιαίτερο. Δεν πίστευε πως τελείωνε ένα παιχνίδι πριν τελειώσει πραγματικά. Κι αυτό συνέβαινε είτε έχανε, είτε κέρδιζε. Δεν λέω πως τότε πιστεύαμε πως θα γύριζε ο τελικός, αλλά υπήρχε η συνήθεια να παίζουμε μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο ανεξαρτήτου σκορ. Θυμάμαι πως όλοι χαιρόμασταν το κάθε λεπτό που ήμασταν στο παρκέ. Και νομίζω πως αυτός ήταν ο λόγος που τελικά γύρισε το ματς. Πέρα από τα μεγάλα σουτ, από τα μεγάλα plays, τις άμυνες, το οτιδήποτε που μπορεί να έγινε… Νομίζω πως αυτή η συνήθεια να παίζουμε μέχρι το τελευταίο λεπτό και να το χαιρόμαστε, ήταν κομβικό στο να φτάσουμε στην κατάκτηση του τροπαίου».

Πολλοί ανατρέχουν στο YouTube για να ξαναζήσουν τα τελευταία ιστορικά δευτερόλεπτα με το πεταχτάρι του Πρίντεζη. Ο «Παπ», ωστόσο, τα έχει όλα καταγεγραμμένα στο σκληρό δίσκο του μυαλού του. «Αυτή η εικόνα είναι χαραγμένη στο μυαλό μου. Είναι ίσως η πιο δυνατή συναισθηματικά στιγμή. Ποτέ δεν συγκρίνω επιτυχίες. Δεν μου αρέσει να το κάνω, γιατί όταν καταφέρνεις κάτι με την Εθνική έχει άλλη βαρύτητα και όταν καταφέρνεις κάτι με την ομάδα σου έχει άλλη. Απλά συναισθηματικά, αυτό που ένιωσα εκείνη τη στιγμή δεν το έχω ξανανιώσει στη ζωή μου, τουλάχιστον όσον αφορά στο κομμάτι του αθλητισμού. Κι για αυτό το λόγο, αυτή η εικόνα από το τάιμ άουτ και μετά, δηλαδή το φάουλ, τις βολές του Σισκάουσκας, το ριμπάουντ, το κατέβασμα του Βασίλη, το τελείωμα του Γιώργου, όλα μέχρι εκείνη τη στιγμή τα έχω μέχρι το τελευταίο δέκατο μέσα στο μυαλό μου ξεκάθαρα. Αυτό που δεν είχα ποτέ εικόνα είναι το μετά, που ακουμπάει τη μπάλα ο Χάινς, λήγει το παιχνίδι κι εκεί δεν θυμάμαι τι κάνω. Το έχω δει σε βιντεάκι… Ήμουν λίγο εκτός εαυτού, δεν τα θυμάμαι καν, δεν υπάρχουν στο μυαλό μου, είναι κενό. Ήταν τόσο μεγάλη η ένταση εκείνη τη στιγμή και η συναισθηματική φόρτιση που πραγματικά δεν ήλεγχα τον εαυτό μου. Και πιστεύω πως κι άλλα παιδιά δεν καταλάβαιναν τι τους συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Στην πραγματικότητα μέχρι να γυρίσουμε στην Ελλάδα δεν είχαμε καταλάβει τι είχαμε καταφέρει. Για την ακρίβεια πιστεύω πως μας πήρε πολλά χρόνια μέχρι να καταλάβουμε πλήρως το μέγεθος αυτής της επιτυχίας και το πόσο τρελό ήταν αυτό που έγινε εκείνο το βράδυ».
BACK2BACK CHAMPION
Μετά τον απίστευτο θρίαμβο του 2012, αυτή η ομάδα υπό τις οδηγίες -πλέον- του Γιώργου Μπαρτζώκα, έκανε έναν ακόμη… άθλο! Κατέκτησε για δεύτερη σερί σεζόν την Euroleague. «Η σεζόν 2012-13 ξεκίνησε με τον κόουτς Μπαρτζώκα στον πάγκο. Κανείς δεν είχε στο μυαλό του ότι θα κατακτούσαμε και πάλι την Euroleague. Άλλωστε ήταν τόσο μεγάλη η επιτυχία της προηγούμενης χρονιάς που λέγαμε πως όλα είναι ωραία στη ζωή μας. Ήμασταν ακόμη μεθυσμένοι από την επιτυχία της Κωνσταντινούπολης και ίσως δε βλέπαμε μπροστά μας. Τότε, όμως, ήρθαν δύο ήττες από την Εφές και την Ζαλγκίρις στο ΣΕΦ με +20 και μας επαναφέραν στην πραγματικότητα. Από κει και μετά ξεκινήσαμε και πάλι μια τρελή πορεία. Αυτό που είναι χαρακτηριστικό είναι πως και τις δύο χρονιές είχαμε και τύχη. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι πάντα πηγαίναμε πολύ άνετοι στα Final 4. Σα να είχε τελειώσει η δουλειά μας και ήμασταν ήδη επιτυχημένοι! Αυτό έγινε και το 2012 και το 2013, αλλά και το 2017. Ήμασταν ήρεμοι γενικά. Το 2012 όλοι περίμεναν πως θα αποκλειστούμε από το Top 16, και κατακτήσαμε την Euroleague, κάτι που σήμαινε πως η ομάδα αυτή όχι απλά είχε τρυπήσει το ταβάνι της, αλλά είχε κάνει τα πάντα! Και την επόμενη χρονιά, το 2013, λέγαμε πως πέρυσι πήραμε Ευρωπαϊκό, φέτος φτάσαμε στο Final 4, άρα αποδείξαμε πως δεν ήταν τυχαίο, οπότε δεν έχουμε να αποδείξουμε κάτι σε κάποιον. Αυτό ακριβώς ήταν τελικά που μας βοήθησε να κάνουμε το back2back. Το ότι ήμασταν τόσο άνετοι. Η ΤΣΣΚΑ ήταν πολύ καλή ομάδα, όμως, εμείς κάναμε εξαιρετικό παιχνίδι στον ημιτελικό. Και στον τελικό με τη Ρεάλ πάλι βρεθήκαμε στο -17 στο ημίχρονο, αλλά και πάλι με παιδιά από τον πάγκο. Θυμάμαι πως ο Κατσίβελης είχε αλλάξει το ρυθμό, Λο και Χάινς είχαν κάνει τρομερό Final 4, ο Μπίλι στο δεύτερο ημίχρονο με τη Ρεάλ είχε κάνει τρομερά πράγματα… Πάντα, όμως, την κατάλληλη στιγμή βρισκόταν κάποιος που έκανε αυτό που έπρεπε».
Η χαρά ήταν η ίδια. Όχι, όμως, και η ένταση… «Αυτό που συζητούσαμε με τα παιδιά είναι πως σίγουρα η χαρά ήταν μεγάλη. Ωστόσο, η συναισθηματική ένταση που είχαμε νιώσει την προηγούμενη χρονιά δεν βγήκε το ίδιο το 2013. Ίσως επειδή το 2012 ήταν το πρώτο μετά από τόσα χρόνια και τόσο απρόσμενο, μας είχε βγει πιο έντονα. Αυτό όμως που ήταν πάρα πολύ όμορφο και μας έχει μείνει επίσης ήταν η υποδοχή του κόσμου και το 2012 και το 2013. Υπήρχαν και στο αεροδρόμιο και στο γήπεδο άνθρωποι κάθε ηλικίας που χαιρόντουσαν για την επιτυχία της ομάδας. Είναι πολύ σημαντικό πως κι εσύ έχεις βοηθήσει να νιώσουν αυτή τη χαρά. Είναι μαγικό το συναίσθημα και δεν περιγράφετε. Πρέπει να το ζήσεις για να το καταλάβεις».
ΝΒΑ ΜΕΣΩ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗΣ
Μετά από δύο ιστορικούς θριάμβους, οι δρόμοι του Παπανικολάου και του Ολυμπιακού, χώρισαν. «Τα πράγματα ήρθαν έτσι που το καλοκαίρι του 2013 δεν συνέχισα στον Ολυμπιακό. Πήγα στην Μπαρτσελόνα και ήταν η πρώτη φορά που θα έπαιζα σε ομάδα εκτός συνόρων. Όλο αυτό ήταν αρκετά αγχωτικό, γιατί δε ξέρεις τι να περιμένεις, πως θα είναι. Ήμουν τέσσερα χρόνια στον Ολυμπιακό, ήξερα τους πάντες απ’ όσους εργάζονται στην ομάδα, στο γήπεδο, τους φύλακες. Ένιωθα πολύ οικεία και ξαφνικά βρέθηκα σ’ ένα νέο περιβάλλον. Παρόλα αυτά ήταν μια πάρα πολύ καλή χρονιά. Πήγαμε στο Final 4 και τελείωσε με την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Έχω πάρα πολύ όμορφες αναμνήσεις. Έκανα παρέα με όλα τα παιδιά, τον Χουέρτας, τον Αμπρίνες, τον Τόμιτς ακόμη και με τον Ναβάρο, που είναι πιο κλειστός χαρακτήρας και οικογενειάρχης. Είχα πολύ καλές σχέσεις μ’ όλους. Ήταν μια πραγματικά όμορφη χρονιά που τη χάρηκα».
Πριν καλά, καλά προσαρμοστεί στη Βαρκελώνη βρέθηκε να κυνηγά το μεγάλο του όνειρο με την φανέλα των Ρόκετς (οι οποίοι μέσω καραμπόλας είχαν αποκτήσει τα δικαιώματά του). «Το ΝΒΑ ήρθε λίγο απρόσμενα. Υπήρχαν συζητήσεις με τους Ρόκετς από τις αρχές του καλοκαιριού. Ήθελαν να μου δώσουν το μίνιμουμ, όμως, εγώ ένιωθα πολύ καλά στην Μπαρτσελόνα και δεν ήθελα να φύγω ακόμα. Ήθελα να μείνω άλλη μια χρονιά. Οπότε οι πρώτες συζητήσεις δεν ευδοκίμησαν. Επανήλθαν, όμως, στα μέσα του καλοκαιριού με μια πάρα πολύ καλή πρόταση. Μου είπαν πως καλό θα ήταν να πάω εκείνη τη χρονική στιγμή και πείστηκα γιατί ήταν κάτι που ήθελα να ζήσω. Ήθελα αν ποτέ μου δινόταν η ευκαιρία να το κάνω και μετά να πω… ορίστε το έχω ζήσει! Ξέρω πως είναι! Δεν ήθελα να πάω εκεί για να είμαι ο καλύτερος. Ήθελα να πάω, να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου και να ζήσω αυτή την εμπειρία. Η αλήθεια είναι πως στις δεύτερες συζητήσεις φοβήθηκα μήπως χάσω την ευκαιρία. Είναι λίγο παράξενα τα πράγματα εκεί, συνήθως όταν σε καλούν πρέπει να πας γιατί δεν ξέρεις αν θα σου ξαναδοθεί η ευκαιρία. Οπότε πήρα την απόφαση να το δοκιμάσω».
Το ξεκίνημά του στον μαγικό κόσμο του ΝΒΑ ήταν ιδανικό. «Είναι τελείως διαφορετική κατάσταση απ’ ότι γνωρίζουμε στην Ελλάδα, αλλά και την Ευρώπη γενικότερα. Είναι τελείως διαφορετικός ο τρόπος διαχείρισης των καταστάσεων και αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά. Είναι μοναδική εμπειρία! Πραγματικά και πίσω τον χρόνο να γύριζα θα το έκανα και πάλι. Το έζησα όσο περισσότερο μπορούσα. Στο πρώτο μισό της σεζόν όλα μου πήγαν τέλεια. Έπαιζα, ήμουν βασικός στο ροτέισον της ομάδας, όμως, μετά είχα τραυματισμούς, η ομάδα άλλαξε ρότα, πήρε πιο έμπειρους παίκτες και έμεινα απ’ έξω. Παρόλα αυτά έζησα μια τρομερή χρονιά στο Χιούστον. Πήγαμε στους τελικούς της Δύσης, παρακολούθησα το All Star Game, έζησα εμπειρίες ζωής γι’ έναν μπασκετμπολίστα. Και μόνο που μπαίνεις στο παρκέ νιώθεις δέος. Έπαιξα αντίπαλος με τον Κόμπο Μπράιαντ στην τελευταία του χρονιά! Τον μάρκαρα και με μάρκαρε! Έπαιξα κόντρα στον ΛεΜπρόν, στον Λέοναρντ, έκανα προπόνηση με τον Χάρντεν … Βλέπεις τώρα ΝΒΑ και λες… Ξέρεις κάτι; Το έχω ζήσει live αυτό! Γι’ εμένα προσωπικά είναι σπουδαίο».
Η… ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ
Το δεύτερο μισό της θητείας του στις «ρουκέτες» ήταν αρκετά ψυχοφθόρο, όπως ψυχοφθόρα ήταν και η διαδικασία που υποβλήθηκε όταν αποφάσισαν να μην προβούν τελικά στην ανανέωση του συμβολαίου του. «Ήταν πολύ δύσκολη περίοδος. Μετά τους Ρόκετς πήγα στην Εθνική. Δεν έπαιξα πολύ, δεν ήμουν σε καλή κατάσταση, είχα να παίξω μισό χρόνο. Το θέμα είναι πως τελείωσε η Εθνική και δεν είχα ομάδα. Μέχρι να πάω στο Ντένβερ πήγε Νοέμβριος. Ήμουν τρεις μήνες στην Θεσσαλονίκη και δούλευα μόνος μου. Άρχισα να αμφισβητώ τον εαυτό μου. Ως εκείνο το σημείο με είχε ευλογήσει ο Θεός και η καριέρα μου ήταν συνεχώς ανοδική. Οπότε φτάνοντας για πρώτη φορά σε τέτοια κατάσταση, κλονίστηκα. Με βοήθησαν πάρα πολύ οι προπονητές που είχα. Ο Δημήτρης Κυριακού και ο Γιώργος Βίτκας, γυμναστής που δουλεύαμε μαζί, όπως και οι άνθρωποι που ήταν κοντά μου, ο αδελφός μου, ο κολλητός μου ο Γιώργος, οι γονείς μου, οι μάνατζέρ μου. Όλοι… Απλά εγώ ένιωθα μια κατάσταση αβέβαιη. Δεν ήξερα ποια ήταν η σωστή απόφαση. Πάντα ως τότε μου έλεγαν τα δεδομένα και η τελική επιλογή ήταν δική μου. Έτσι λειτουργώ στη ζωή μου. Θέλω να κάνω μόνος μου τις επιλογές που μ’ αφορούν, ώστε και λάθος να είναι, να πω πως έκανα αυτό που εγώ ήθελα. Ήταν η πρώτη φορά, λοιπόν, που μου έλεγαν τις επιλογές που είχαμε για να προχωρήσουμε παρακάτω και δεν ήξερα τι να κάνω. Τους έλεγα, βοηθήστε με. Αμφισβητούσα τα πάντα. Φοβόμουν. Αναρωτιόμουν αν θα ορθοποδήσω και αν θα ξαναπαίξω σε υψηλό επίπεδο. Μπορώ να ξαναπαίξω; Είμαι ικανός; Το αξίζω; Όλα αυτά τα ερωτηματικά μπαίνουν στο κεφάλι σου και σ’ επηρεάζουν».
Παρόλα αυτά, αρνήθηκε τη διέξοδο της Ευρώπης. «Μετά ήρθε το Ντένβερ. Και ήταν επιλογή μου να επιστρέψω στο ΝΒΑ. Υπήρχαν κάποιες προτάσεις από Ευρώπη, όμως, για κάποιο λόγο είχα πεισμώσει και ήθελα να πάω ξανά στις ΗΠΑ πριν επιστρέψω στην Ευρώπη. Αν και ψυχολογικά ήμουν καλά, αγωνιστικά δεν ήμουν σε καλό επίπεδο. Είχα να παίξω από τον Φεβρουάριο και ήταν Νοέμβρης. Προσπάθησα, δούλεψα πολύ, όμως, δε μου βγήκε, καλώς ή κακώς. Όταν τελείωσε κι αυτό δεν πέρασα την ίδια ψυχοφθόρα διαδικασία. Ήμουν καλά ψυχολογικά, είχα αρχίσει να βρίσκω τον εαυτό μου και δε με αμφισβητούσα. Ήξερα πως είναι θέμα χρόνου να μου ξαναβγεί… Είχα προτάσεις από το ΝΒΑ για δεκαήμερα συμβόλαια, όμως, ήταν κάτι που δεν ήθελα να κάνω. Είπα φτάνει. Θέλω να γυρίσω πίσω τώρα. Ένιωθα πως ήμουν σε καλή φάση να επιστρέψω. Είπα είμαι καλά, το δοκίμασα, δε μου βγήκε, δεν πέτυχα(;), δεν είμαι ικανός(;), δε ξέρω και δε με νοιάζει, ούτε με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος. Εγώ το έζησα, το προσπάθησα και ήρθε η ώρα να γυρίσω πίσω».
EΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ…
Όπως το 2009, έτσι και το 2016 μπήκε ξανά στο στόχαστρο των «αιωνίων». Η απόφαση, όμως, αυτή τη φορά ήταν ακόμα πιο εύκολη. «Πέραν του ότι ήθελα πολύ να επιστρέψω, ήμουν σίγουρος πως στον Ολυμπιακό θα βρω και τη στήριξη και την υπομονή-χρόνο να προσαρμοστώ και να βγάλω ξανά τον εαυτό μου στο παρκέ. Ο κόσμος ήξερε τι έχω προσφέρει στην ομάδα και δε θα έμπαινε στην διαδικασία να βγάλει συμπεράσματα γι’ εμένα. Το ίδιο ίσχυε, όμως, και για τα μέλη της ομάδας. Οι περισσότεροι με ήξεραν από τα τέσσερα χρόνια που είχα περάσει εδώ, ο κόουτς Σφαιρόπουλος με ήξερε από την Εθνική ομάδα. Όλοι ήξεραν τι πραγματικά μπορώ να κάνω όταν θα νιώσω καλά. Οπότε όλο αυτό θα με βοηθούσε να επανέλθω πιο γρήγορα. Φυσικά δεν μπορώ να μην αναφέρω πως σημαντικότατο ρόλο έπαιξε το ότι θα ήμουν μαζί με παιδιά που έχουμε καταφέρει πολλά και αυτό αυτομάτως θα με έκανε να νιώθω πιο άνετα. Ήταν λίγο παράξενο να γυρνάς μετά από τρία χρόνια. Οικεία παράξενο, όμως… Παράλληλα ένιωθα όμορφα που επέστρεφα σ’ ένα τόσο γνώριμο περιβάλλον».
ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΧΡΟΝΟΣ
Με την επιστροφή του στο Λιμάνι πανηγύρισε ένα ακόμη πρωτάθλημα Ελλάδος (2016), όμως, έκτοτε δεν έχει έρθει κάποιος τίτλος… «Θα υπάρξουν και επιτυχημένες χρονιές, θα υπάρξουν και αποτυχημένες. Όλοι θέλουν να κερδίζουν. Κανείς δεν θέλει να αποτυγχάνει. Μια επιτυχία όσο χαρούμενο κάνει τον κόσμο, άλλο τόσο χαρούμενους κάνει κι εμάς. Δυστυχώς δεν γίνονται πάντα τα πράγματα έτσι όπως τα θέλουμε», σχολίασε σχετικά και αναφέρθηκε στο φετινό restart… «Υπάρχει μια νέα κατάσταση, μια νέα φιλοσοφία, ένα νέο ξεκίνημα. Το νέο πάντα στην αρχή φέρνει αυτοπεποίθηση, όμορφα συναισθήματα, διάθεση και όρεξη, όπως κάθε τι καινούργιο. Όμως, κάθε καινούργιο θέλει χρόνο για να προκύψει κάτι καλό. Η ομάδα είναι νέα, η φιλοσοφία είναι νέα και πρέπει όλοι να προσαρμοστούμε και οι παλιοί και οι νέοι παίκτες. Για παράδειγμα, όταν έχεις έναν προπονητή όπως ήταν ο κόουτς Σφαιρόπουλος και δουλεύεις μαζί του για 3.5 χρόνια με μια συγκεκριμένη φιλοσοφία και ξαφνικά έρχεται ένας άλλος προπονητής με μια διαφορετική φιλοσοφία, τότε ο κορμός σου δεν μπορεί να βοηθήσει σε κάτι… Πλέον όλοι ξεκινάμε από το μηδέν και πρέπει όλοι μαζί να φτάσουμε σ’ ένα σημείο. Αυτό είναι φυσιολογικό να χρειάζεται χρόνο. Σίγουρα με πάρα πολλή δουλεία και πολύ διάθεση θα υπάρξουν περιθώρια βελτίωσης. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν όλοι, πρώτα απ’ όλους εμείς οι παίκτες αλλά και ο τελευταίος φίλαθλος της ομάδας. Ο κόσμος πρέπει να έχει υπομονή. Θα δει στιγμές που δε θα παίζει καλά η ομάδα ή θα κάνει ήττες που ο κόσμος δεν τις έχει συνηθίσει. Η αλήθεια είναι πως από το ξεκίνημα της σεζόν οι φίλαθλοί μας έχουν δείξει υπομονή και πως αντιλαμβάνονται πως γίνεται μια νέα προσπάθεια. Η ομάδα δε γίνεται κάθε χρόνο να είναι στις τέσσερις καλύτερες και να έχει το πλεονέκτημα έδρας. Το ότι έγινε τις προηγούμενες δύο σεζόν με το νέο φορμάτ της Euroleague δε σημαίνει πως θα γίνεται κάθε χρόνο. Η διοργάνωση γίνεται όλο και πιο δυνατή, οι άλλες ομάδες ενισχύονται, έχουν μεγάλα μπάτζετ, παίρνουν παίκτες υψηλού επιπέδου… Η ποιότητα του αθλήματος συνεχώς ανεβαίνει… Το σημαντικό γι’ εμένα είναι να βρίσκεσαι σταθερά στην κορυφαία 8άδα και να διεκδικείς μια θέση στο Final 4. Το Final 4 δεν είναι δεδομένο για κανέναν, ούτε για τον Ολυμπιακό. Βλέπουμε ομάδες με μεγαλύτερα μπάτζετ απ’ εμάς που δεν έχουν καταφέρει να πάνε στην τελική φάση. Το ότι αυτή η ομάδα έχει κατορθώσει να πάει σε τέσσερα Final 4 την τελευταία εξαετία, έχει φτάσει τελικό και στα τέσσερα, κι έχει σηκώσει δύο κούπες, είναι τεράστια επιτυχία. Αυτό δεν είναι κάτι φυσιολογικό ή απλό. Είναι τεράστια η προσπάθεια που έχει γίνει από όλους. Δεν είπα πως δεν ονειρευόμαστε και δε στοχεύουμε ψηλά… Όμως, είναι άλλο το ονειρεύομαι κι άλλο το απαιτώ. Ποιος παίκτης δεν ονειρεύεται να είναι στο Final 4 και να το κατακτά;».
ΟIKOΓENEIA MOY O OΛΥΜΠΙΑΚΟΣ
Ο ίδιος αποφεύγει τα μεγάλα λόγια και τις υποσχέσεις… Ποντάρει, όμως, στην παρέα που έχει δημιουργηθεί. «Υπάρχει πάρα πολύ καλή χημεία, όχι μόνο στο παρκέ, αλλά και στα αποδυτήρια. Είναι πάρα πολύ ωραίο το κλίμα και δεν υπάρχει κάποιος που να είναι πιο απόμακρος. Όλοι έχουν δέσει μ’ όλους, υπάρχει χαβαλές, πλάκα μετά από αγώνες». Έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στον Πειραιά, κλήθηκε να απαντήσει στο τι σημαίνει Ολυμπιακός για εκείνον… «Εδώ νιώθω οικεία… Νιώθω τον Ολυμπιακό ως οικογένειά μου… Τα πιο πολλά μου χρόνια τα έχω περάσει εδώ… Έχουμε συμβαδίσει, έχουμε πανηγυρίσει επιτυχίες, έχουμε βιώσει απογοητεύσεις… Νιώθω πραγματικά όμορφα που είμαι κομμάτι αυτής της οικογένειας».
ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΑΡΚΕΙ
Ο Ολυμπιακός δεν είναι η μόνη του ομάδα… Εδώ και τρεις σεζόν είναι μέλος του One Team. Πρόκειται για το Πρόγραμμα Κοινωνικής Ευθύνης της Euroleague στο οποίο οι «ερυθρόλευκοι» συμμετέχουν από τη γέννησή του. «Είμαι πολύ τυχερός που βρίσκομαι σ’ αυτό το πρόγραμμα. Θα ομολογήσω πως στην αρχή, όταν μου είχαν πει πως θα συμμετέχω σ’ αυτό, το είδα λίγο τυπικά και με κάποια γκρίνια σε εισαγωγικά, όπως κάθε φορά που μας λένε να κάνουμε κάτι. Όμως, πλέον μπορώ να πω με βεβαιότητα πως είναι από τα καλύτερα πράγματα που έχω κάνει! Δεν μπορώ να το περιγράψω ακριβώς… Είναι οι στιγμές που παίρνεις, τα χαμόγελα που παίρνεις, το πως νιώθεις όταν συναναστρέφεσαι μ’ αυτά τα παιδιά. Το παιχνίδι μαζί τους σε γεμίζει με τόσο όμορφα συναισθήματα. Το μαγικό είναι πως καταλαβαίνεις ότι αυτή η αγάπη που δέχεσαι, είναι τόσο αληθινή, που σε γεμίζει ως άνθρωπο. Σε κάνει και νιώθεις υπέροχα με τον εαυτό σου και μ’ αυτό που προσφέρεις εκείνη τη στιγμή. Αυτό που θα πω δεν έχει να κάνει μόνο με παιδάκια που είναι στο One Team ή με εκείνα που μπορεί να αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα υγείας. Θεωρώ πως έχει μεγάλη σημασία να δίνεις χαρά στα παιδιά, που ενδεχομένως να ζητούν το λιγότερο, όπως μια φωτογραφία μαζί σου. Ποτέ δεν έχω αρνηθεί. Το θεωρώ υποχρέωσή μου, γιατί ίσως να είσαι εσύ εκείνος που θα το εμπνεύσεις να κάνει κάτι καλό. Μπορεί ένα δικό σου χαμόγελο να το κάνει να νιώσει πολύ όμορφα».
ΕΠΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ...
Τι κάνεις στον ελεύθερο χρόνο σου; «Μου αρέσει πολύ να αράζω στο σπίτι μου. Στον καναπέ μου, με την κοπέλα μου ή με φίλους. Να παίζω playstation ή να βλέπω ταινίες. Αν δεν είμαι σπίτι, μου αρέσει να πηγαίνω θέατρο. Το έχουμε καθιερώσει με την κοπέλα μου και μια φορά το μήνα πηγαίνουμε σε παραστάσεις…».
Όταν ξεκινούσες για ποιον ήθελες να πετύχεις; «Για την οικογένειά μου. Δεν ήταν μόνο επειδή ήθελα να κάνω περήφανους τους δικούς μου, αλλά και γιατί ήταν μια διέξοδος γι’ όλους μας».
Πως νιώθεις που τα κατάφερες; «Το έχω πει πολλές φορές… Αυτό που συμβαίνει στους περισσότερους αθλητές είναι ευλογία. Έχεις καταφέρει να κάνεις το χόμπι σου επάγγελμα και να αμείβεσαι γι’ αυτό πολύ καλά. Το ότι κάνουμε αυτό, όμως, δε σημαίνει πως κάνουμε και το πιο σπουδαίο λειτούργημα του κόσμου. Είμαστε απλά αθλητές, δεν είμαστε κάτι παραπάνω. Δεν είμαστε ήρωες. Γι’ εμένα ήρωες είναι ο πατέρας και η μάνα που έχουν δύο παιδιά και ενοίκιο και παίρνουν μισθό 1000 ευρώ και τα βγάζουν πέρα το μήνα. Είμαστε ευλογημένοι ναι, αλλά όχι κάτι παραπάνω ή ξεχωριστό».
Πόσο διαφορετικός είναι ο Κώστας τον παιδικών σου χρόνων με τον Κώστα σήμερα; «Διαφέρουν… Δεν είμαι πλέον το ίδιο ανέμελο παιδί. Αν ήμουν ο Κώστας των παλιών χρόνων, θα έβγαινα έξω και δε θα με ένοιαζε τι θα πουν… Θα πήγαινα για ένα ποτό ή φαγητό με τους φίλους μου και δε θα με ενδιάφερε τι θα έλεγε ο δεξιά και ο αριστερά. Αυτή τη στιγμή αν βγω, ασυναίσθητα και υποσυνείδητα προσέχω το πως θα συμπεριφερθώ γιατί μπορεί να υπάρχει ένα παιδάκι που μπορεί να με βλέπει ως πρότυπο. Το συγκεκριμένο το θεωρώ υποχρέωσή μου, να είσαι σωστός. Μπορεί, επίσης, να υπάρχει και κάποιος που περιμένει στην γωνία για να σε δείξει με το δάκτυλο. Οπότε σου γίνεται βίωμα να μην είσαι 100% ο εαυτός σου. Να είσαι λίγο πιο μαζεμένος και προσεκτικός. Θα κάνεις τον χαβαλέ σου, θα περάσεις καλά, αλλά ταυτόχρονα θα είσαι και προσεκτικός».
Γιατί αντιδράς τόσο έντονα στο παρκέ; Έχεις μετανιώσει για κάτι; «Είμαι πολύ αυθόρμητος ως άνθρωπος. Δεν είμαι ψεύτικος, ότι μου βγαίνει εκείνη τη στιγμή το κάνω. Καταλαβαίνω ότι για πολλούς είναι λάθος και ότι φαίνεται άσχημο. Υπάρχουν πολλές αντιδράσεις που έχω μετανιώσει, όμως, ότι γίνεται μέσα στο παρκέ για εμένα είναι πραγματικά της στιγμής. Πολύς κόσμος με έχει παρεξηγήσει από τις αντιδράσεις μου ή κάτι που έχω πει πάνω στην ένταση. Αν κάποιος με γνωρίσει εκτός γηπέδου, θα καταλάβει πως πραγματικά είμαι διαφορετικός άνθρωπος. Έχει τύχει να γνωρίσω παιδιά και να μου πουν πως αλλιώς φαίνομαι στο γήπεδο και αλλιώς είμαι στην πραγματική ζωή. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί συμβαίνει… Παθιάζομαι και γενικά είμαι αυθόρμητος. Ότι μου βγαίνει δε θα το καταπιέσω και δεν μπορώ να είμαι ψεύτικος».
Έχεις νιώσει ποτέ πώς «ξέφυγες» λόγω της αναγνωσιμότητας και των επιτυχιών; «Έχει υπάρξει περίοδος που ένιωσα ότι το χάνω λίγο. Αλλά δόξα τω Θεό το κατάλαβα μόνος μου και θέλω να πιστεύω πως το επανάφερα. Μετά τις επιτυχίες της Εθνικής ομάδας έπιασα κάποια στιγμή τον εαυτό μου με λίγη έπαρση».
Ποιο είναι το μεγαλύτερο μπασκετικό σου όνειρο; «Ένα μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες».
Ποιο είναι το μεγαλύτερό σου όνειρο στη ζωή; «Θεωρώ πως μεγαλύτερη ευλογία από μια ευτυχισμένη οικογένεια δεν υπάρχει».